τέρπομαι

τέρπομαι
τέρπομαι (τέρπεται, -ονται: aor. pass. pro med., τερφθέν.)
a delight in c. dat. οὐδ' ἀπάταισι θυμὸν τέρπεται ἔνδοθεν (sc. Ῥαδάμανθυς) P. 2.74 τοὶ δὲ πεσσοῖς, τοὶ δὲ φορμίγγεσσι τέρπονται Θρ. . . ταῖς ἱεραῖσι μελίσσαις τέρπεται fr. 158. ]οις τερφθὲν ἱαροῖς ?fr. 338. 6.
b c. part. τέρπεται δὲ καί τις ἐπ' οἶδμ ἅλιον ναὶ θοᾷ διαστείβων fr. 221. 4.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τέρπομαι — βλ. πίν. 10 (μόνο στον ενεστ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • τέρπομαι — τέρπω delight pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγάλλομαι — τέρπομαι, καμαρώνω: Χαιρόταν κι αναλλόταν για την επιτυχία του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τέρπομ' — τέρπομαι , τέρπω delight pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέρπω — ΝΜΑ παρέχω τέρψη, δίνω ευχαρίστηση, προξενώ ηδονή, χαροποιώ, ευαρεστώ, διασκεδάζω (α. «τόν τέρπει να παίζει με τα παιδιά του» β. «ἡ ἀγγελίη... ἔτερψε... [αὐτούς]», Ηρόδ. γ. «τί τ ἄρα φθονέεις ἐρίηρον ἀοιδὸν τέρπειν», Ομ. Οδ.) αρχ. 1. (στους επικ …   Dictionary of Greek

  • συνήδομαι — ΜA ευχαριστούμαι, τέρπομαι ομοίως ή εξίσου με άλλον αρχ. 1. (με δοτ. προσ.) χαίρομαι μαζί ή ταυτόχρονα με κάποιον άλλο λόγω τής συμπάθειας που νιώθω γι αυτόν 2. (με δοτ. πράγματος ή εμπρόθ. προσδ.) χαίρομαι για κάτι (α. «συνήδομαι τῷ νόμῳ τοῡ… …   Dictionary of Greek

  • συντέρπομαι — Α τέρπομαι μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + τέρπομαι «ευχαριστιέμαι»] …   Dictionary of Greek

  • υποτέρπομαι — Α [τέρπομαι] τέρπομαι, ευχαριστιέμαι γι αυτό που βρίσκεται αποπάνω μου («ὥσπερ ὑποτερπόμενοι τῇ τῆς περιβολῆς φανητίᾳ», Τιμαρ.) …   Dictionary of Greek

  • DATISMUS — Datidis imitatio, dicitur de dictione pluribus verbis idem repetente et quidem ςολοικῶς, proverbio sump to a Datide quodam Persa, qui cum Satrapas esset in Graecia, Graeccque loqui affectaret, dicebat: ἥδομαι, καὶ τέρπομαι, καὶ χαίρομαι, dalector …   Hofmann J. Lexicon universale

  • απολαμβάνω — κ. λαβαίνω (AM απολαμβάνω) 1. αποκτώ, κερδίζω, καρπώνομαι 2. παίρνω ό,τι μου ανήκει 3. αμείβομαι νεοελλ. 1. παίρνω το υπόλοιπο μιας οφειλής 2. γλεντώ, τέρπομαι αρχ. 1. παίρνω, δέχομαι κάτι από κάποιον 2. παίρνω μακριά, απομακρύνω 3. παίρνω… …   Dictionary of Greek

  • δημοτερπής — δημοτερπής, ές (Α) αυτός που τέρπει τον δήμο ή ελκύει τον λαό. [ΕΤΥΜΟΛ. < δήμος + τερπής < *τέρπος (το) το μαρτυρούμενο τέρπεα (τα) είναι μεταγενέστερο ή < τέρπω / τέρπομαι (πρβλ. και α τερπής, ευ τερπής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”